γλαύκωσις

γλαύκ-ωσις, εως, ,
A blindness from γλαύκωμα, Hp.Aph.3.31 (pl.), Gal.UP10.6, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλαύκωσις — γλαύκωσις, η (AM) [γλαυκούμαι] τύφλωση από γλαύκωμα …   Dictionary of Greek

  • γλαύκωσις — blindness from fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκώσεις — γλαύκωσις blindness from fem nom/voc pl (attic epic) γλαύκωσις blindness from fem nom/acc pl (attic) γλαυκόω dye blue grey aor subj act 2nd sg (epic) γλαυκόω dye blue grey fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκώσιες — γλαύκωσις blindness from fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαύκωσιν — γλαύκωσις blindness from fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπογλαύκωσις — ώσεως, ἡ, Α [γλαύκωσις] αρχή γλαυκώματος, αρχόμενος καταρράκτης τών ματιών …   Dictionary of Greek

  • γλαυκώσεων — γλαυκώσεω̆ν , γλαύκωσις blindness from fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκώσεως — γλαυκώσεω̆ς , γλαύκωσις blindness from fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.